Glass beach

Το να πατάς πάνω σε γυαλιά, αυτομάτως σε κάνει φακίρη…δεν συμβαίνει το ίδιο όμως, όταν τα γυαλιά αυτά βρίσκονται σε παραλία της California…

Η επονομαζόμενη  Glass Beach δεν ήταν πάντα ένα στολίδι όπως τώρα.Ούτε η ομορφιά της οφείλεται αυτή καθεαυτή στη φύση. Περισσότερο θα έλεγα οφείλεται στην παρέμβαση της φύσης πάνω στα ανθρώπινα λάθη.

 Η ιστορία της κρατάει από τα μέσα του 20ου αι. που οι κάτοικοι της περιοχής Fort Bragg, όπου και συναντούμε τη «γυάλινη παραλία», ξεκίνησαν να πετούν από ψηλά ό,τι σαβούρα δεν χρειάζονταν πια. Από παλιά αυτοκίνητα μέχρι ηλεκτρικές συσκευές και ό,τι περιλαμβάνει ένα νοικοκυριό. Aπό το 1949 που καθιερώθηκε ως σκουπιδότοπος η περιοχή, πήρε και τον χαρακτηρισμό της «χωματερής».

Έφτασε όμως το 1967, όπου το δημοτικό συμβούλιο, πήρε την απόφαση και έκλεισε την πρόσβαση στη περιοχή…από τότε, ανέλαβε η φύση και έβαλε μπρος το πρόγραμμα καθαρισμού. Με τα κύματα μεταμόρφωσε τα γυαλιά των απορριμάτων σε μικρά στολίδια για την παραλία.

Advertisements

Βαλίτσα με άποψη…εγκληματική!

Αυτή την εβδομάδα, ετοιμάζομαι για επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό και πραγματικά δεν ξέρω πότε θα ασχοληθώ με τη βαλίτσα μου. Δεν ξέρω τι ρούχα να πάρω για 4 μέρες στα κρύα της Γερμανίας και πως θα τα βολέψω στη βαλίτσα.

Απαγωγή είπαμε;;;;

Ένα ξέρω μόνο…πως θα ήθελα η βαλίτσα μου να είχε αυτά τα υπέροχα αυτοκόλλητα που ανακάλυψα. Βέβαια, δεν γνωρίζω κατά πόσο θα είχαν το ίδιο χιούμορ με εμένα οι υπεύθυνοι ελέγχου στο αεροδρόμιο…!

Άντε να τους πείσεις μετά πως δεν βγάζεις τα λεφτά σου στο εξωτερικό !
ουπς! Πονηρά παιχνίδια...
Μάλλον δεν πρόκειται για ζάχαρη άχνη, εεε?

Σίγουρα θα προκαλέσουν αίσθηση στο αεροδρόμιο!!! Τα αυτοκόλλητα αυτά, τα βρίσκουμε στο διαδίκτυο με 25 δολάρια έκαστο. Για ατρόμητους και χιουμορίστες ταξιδιώτες…

Ladurée: ο παράδεισος των macaron

Μήνες τώρα ήθελα να γράψω για τοLadurée (16 rue Royale) στο Παρίσι και τα υπέροχα μακαρόν του!    Τα γεύτηκα σε προηγούμενο ταξίδι μου στο Παρίσι και πέρα από τα Μακαρόν του, το όλο περιβάλλον είναι άξιο λόγου και αναφοράς.

H διακόσμηση κλασσική Παριζιάνικη βγαλμένη από τα τέλη του 19ου αι., σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα από τότε…τα ζωγραφιστά αγγελάκια στέκουν στις οροφές περιτριγυρισμένα από περίτεχνα σκαλίσματα σε χρυσό χρώμα, τα πλακάκια του δαπέδου μπλέκουν τα γεωμετρικά τους σχήματα δημιουργώντας την αίσθηση ενός χαλιού, οι τοίχοι επενδεδυμένοι με ξύλο και τα μαρμάρινα τραπέζια να διατηρούν τους αριθμούς τους σε μπρούτζινο πλαίσιο.

…το τρένο να περνάει από κάτω και κάθε φορά να τρίζει η καρέκλα σου, οι καθρέφτες ολόγυρα σου επιτρέπουν να κατασκοπεύεις τι κάνει η κομψή κυρία με την κόρη της που κάθισαν στο διπλανό τραπέζι και χαζεύουν τον κατάλογο προσπαθώντας να αποφασίσουν τι να παραγγείλουν για το Brunch  τους και το σερβίτσιο να σου επιτρέπει να νιώσεις την παριζιάνικη χλιδή των περασμένων δεκαετιών!

Αυτό που μου θύμισε να αναφερθώ στο Ladurée, όμως, ήταν ένα δυσάρεστο συμβάν. Πριν μερικές μέρες, και συγκεκριμένα στις 27 Οκτωβρίου, το κατάστημα στο  Champs Elysées, τυλίχτηκε στις φλόγες, από μία φωτιά που ξεκίνησε από την ανακαινισμένη κουζίνα του και ανέβηκε στους επάνω ορόφους. Τώρα το ξαναφτιάχνουν, ώστε να υποδεχτεί, πανέτοιμο, τις γιορτινές μερες.

Αν τύχει να πάτε στο Παρίσι, μελετήστε από πριν τον κατάλογο με τα μακαρόν του, για να μην πελαγώσετε…και φυσικά, μην ξεχάσετε να πάρετε και μερικά για το σπίτι!

Μια κίτρινη γροθιά στην Κωνσταντινούπολη

Περπατάω στα στενά της Ανατολικής πλευράς της Πόλης και παντού διακρίνω γκράφιτι με κίτρινες γροθιές…άλλες έχουν ουρά, άλλες έχουν μάτια,άλλες πάλι φτερά, αλλά πάντα είναι αριστερόχειρες.

Με τα γκράφιτι έχω εδώ και καιρό ιδιαίτερη σχέση…μου αρέσει να τα φωτογραφίζω και να ψάχνω λεπτομέρειες για τους δημιουργούς τους. Έτσι έκανα και με τα συγκεκριμένα και ανακάλυψα πως δεν είναι σχεδιασμένα από κάποιον Τούρκο εξεγερμένο, αλλά από τον Matthias Wermke, έναν Βερολινέζο, που κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Κωνσταντινούπολη όπου βρέθηκε με το πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών (ERASMUS), γέμισε την περιοχή μεταξύ Γαλατά και Πέρα (ή  Karakoy και Beyoglu κατά τους Τούρκους) με κίτρινες γροθιές.

Γνωστός έγινε βέβαια, όχι με το πραγματικό του όνομα, αλλά με το nickname «Kripoe», όπως και υπογράφει τις δημιουργίες του.

O Matthias, έχει σπουδάσει στο τμήμα Καλών Τεχνών του Βερολίνου και έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με video art και ταινίες μικρού μήκους.

Σίγουρα το γεγονός πως μεγάλωσε στο Kreuzberg όπου υπάρχουν πολλοί Τούρκοι μετανάστες, τον επηρέασε αρκετά. Tα γκράφιτι εκεί γίνονταν από τους νεαρούς Τούρκους σε συνδυασμό με τοπική Hip hop Μουσική. Όσο για το συμβολισμό των κίτρινων γροθιών, ο Matthias δεν έχει πει και πολλά…απλά πως το κυνηγητό που «έπαιξε» ελάχιστες αναλογικά  φορές -αν κρίνουμε τον αριθμό των γροθιών που ζωγράφισε- με την αυστηρή αστυνομία της Τουρκίας, του έδινε ώθηση να συνεχίσει.

Τα περίεργα παιχνίδια της αδρεναλίνης ίσως;

Σαββατοκύριακο στην Πόλη

Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Οκτώβρη, μας βρήκε (εμένα και τον σύζυγό μου) στην Κωνσταντινούπολη. Οδηγός μου, μια φωτογραφία που κέρδισε σε διαγωνισμό φωτογραφίας, και με έστειλε να γνωρίσω από κοντά την «Πόλη των Πόλεων», να την αφουγκραστώ, να τη μυρίσω, να τη γευτώ και να τη φωτογραφίσω.

Το ταξίδι διαρκεί κάτι λιγότερο από 1 ώρα και η Aegean στέκεται άψογη στις υποχρεώσεις και την εγκυρότητα της πτήσης. Δεν προλαβαίνεις καλά καλά να διαβάσεις ένα κεφάλαιο από το βιβλίο σου ή τις σημειώσεις σου για το ταξίδι και …τσουπ! έφτασες. Ο καιρός ήταν υπέροχος (ακριβώς όπως στην Αθήνα), η ώρα είναι η ίδια με της Ελλάδας κι έτσι το μόνο που έχεις να κάνεις είναι συνάλλαγμα από ευρώ σε λίρα. Αν πρόκειται να πάτε, θα σας πρότεινα να μην κάνετε συνάλλαγμα στην Ελλάδα, αλλά σε ανταλλακτήρια της Κωνσταντινούπολης. Συμφέρει περισσότερο και τα πιο πολλά δεν έχουν  comission (σε αντίθεση με του αεροδρομίου μας, που κρατάει 9 ευρώ). Είναι εύκολο να κάνεις τους υπολογισμούς, μια που 1 ευρώ αντιστοιχεί σχεδόν σε 2 τούρκικες λίρες.

Για τη μεταφορά μας από το αεροδρόμιο προς το Sultanahmet όπου θα μέναμε, επιλέξαμε το μετρό και το τραμ. Πανεύκολος τρόπος μετακίνησης και γλιτώνεις από τους τρελαμένους οδηγούς ταξί που δεν φημίζονται για τις οδηγικές τους ικανότητες και την ψυχραιμία τους. Το κόστος των μεταφορικών μέσων στην Κωνσταντινούπολη είναι σχετικά χαμηλό (2 λίρες) και σε όλες τις στάσεις υπάρχουν μηχανήματα που σου μετατρέπουν τα χρήματα στις μαγικές «μάρκες» που θα σου ανοίξουν την είσοδο (μεταλλικές μπάρες) προς τη μετακίνησή σου.

Μια που φτάσαμε το απόγευμα του Σαββάτου και δεν προλαβαίναμε να δούμε  κάποιο από τα μνημεία, αποφασίσαμε αφού τακτοποιηθήκαμε στο ξενοδοχείο μας (που οφείλω να πω ότι ήταν υπέροχο τόσο ως θέση, άνεση και διακόσμηση όσο και σαν εξυπηρέτηση και συστήνω ανεπιφύλακτα) να κάνουμε μία βόλτα μέχρι τη γέφυρα του Γαλατά και να φωτογραφίσω την Αγιά Σοφιά κάτω από το φως του ηλιοβασιλέματος, όπως οι φωτογραφίες που έβλεπα και με έκαναν να ζηλεύω όποιον έχει επισκεφθεί την Πόλη. Μέχρι να φτάσουμε στη Γέφυρα, περάσαμε από την πλατεία Sultanahmet,  το Μπλε Τζαμί, την Αγια Σοφιά και αφού περιπλανηθήκαμε στα σοκάκια που ξετυλίγονται  πίσω της, ακολουθώντας τις γραμμές του τραμ, φτάσαμε στη γέφυρα.

Πάνω της απίστευτα πολύς ο κόσμος, ντόπιοι και τουρίστες, σε σημείο να μην καταφέρνεις να δεις τίποτα…να μην μπορείς να νιώσεις την πόλη, να δυσκολεύεσαι να κινηθείς. Για φωτογραφίες δεν το συζητώ, εκτός κι αν σκοπός σου είναι αν φωτογραφίσεις το πλήθος!

Παράλληλα με τους περιπατητές, στην άκρη της γέφυρας στέκονται επίδοξοι ψαράδες που με τα καλάμια τους και λογής-λογής δολώματα ψάχνουν την τύχη τους στα νερά του Βοσπόρου.

Η πρώτη μας βραδιά έκλεισε με υπέροχους κεφτέδες και αρνάκι, με αναψυκτικό, στο «Tarihi Stultanahmet koftecici selim usta». Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει πως η θρησκεία τους, απαγορεύει το ποτό σε τέτοιο σημείο που πρέπει να ψάξεις για εστιατόρια που σερβίρουν μπύρα, κρασί ή ρακί (araka όπως λέγεται εκεί). Για γλυκό προτιμήσαμε ένα από τα μαγαζιά της περιοχής, όπου φάγαμε μπακλαβαδάκια με φυστίκι και υπέροχα μαντολάτα (επίσης με φυστίκι).

Η Κυριακή είναι πιο ήσυχη το πρωί. Οι τουρίστες σιγά σιγά βρίσκουν το δρόμο τους προς τα αξιοθέατα, ενώ οι ντόπιοι ακόμη δεν εχουν ξεχυθεί στους δρόμους της Πόλης. Πρώτο μας μέλημα να επισκεφθούμε την Αγιά Σοφιά.  Πριν από αυτό όμως, επιβάλλεται ένα ελληνικό κατ’εμάς, τούρκικο κατ’αυτούς καφεδάκι. Το φλυτζάνι εντυπωσιακότατο, η γεύση κλασσική.

Έξω από την Αγιά Σοφιά, μας περιμένει μια έκπληξη όχι ευχάριστη…μία ουρά πολλών (εκατοντάδων θα έλεγα) μέτρων, καθώς και μία διαδήλωση έξω από το Ναό, από μουσουλμάνους που υποστήριζαν πως «Η Αγια Σοφιά είναι τζαμί και όχι μουσείο», μας έκαναν να αλλάξουμε τα σχέδιά μας και να κατευθυνθούμε απέναντι, προς την υπόγεια Βασιλική Δεξαμενή, γνωστή ώς Basilica cisterna. Ήταν από τα αξιοθέατα που είχα βάλει στις προτεραιότητές μου για αυτό το ταξίδι, και πραγματικά άξιζε τη μικρή αναμονή στην ουρά. Μόλις φτάνεις στον υπόγειο χώρο, ξεδιπλώνονται μπροστά σου 336 μαρμάρινες κολώνες, σε Ιωνικό, Δωρικό και Κορινθιακό ρυθμό, με τις  σιλουέτες τους να καθρεφτίζονται στα νερά και τα χρυσόψαρα να κολυμπάνε ανάμεσά τους, ενώ ο ατμοσφαιρικός φωτισμός να δημιουργεί το μυστήριο που αρμόζει σε ένα μνημείο που χρονολογείται από το 535 μ.Χ.  Αξιόλογο στοιχείο της Δεξαμενής, αποτελούν τα δύο κεφάλια μέδουσας που βρίσκονται σε 2 από τις κολώνες.

 Μετά από μισή ώρα περίπου, έφτασε η στιγμή που βγήκαμε από τα έγκατα και αντίκρισα την Αγιά Σοφιά από την πλαϊνή της όψη. Η ουρά προς την είσοδο το ίδιο μεγάλη και τα πνεύματα αρκετά τεταμένα. To σύντομο ταξίδι μας, δεν μας δίνει την πολυτέλεια της αναμονής κι έτσι αποφασίζουμε να αφήσουμε για τη Δευτέρα το πρωί την  επίσκεψή μας στο εσωτερικό της.

Ο δρόμος στη συνέχεια μας βγάζει στο Τόπ Καπί… η υπέροχη θέα και η τεράστια έκταση,  μας αφήνει άφωνους. Παραφωνία 2 τύποι με χατζάρες ντυμένοι σαν πασάδες που φωτογραφίζονταν με τους επισκέπτες μέσα στα τουριστικά πλαίσια που δεν αφήνουν την Πόλη να ανασάνει.

Οι κήποι, οι φιλικές γάτες, οι τουρίστες από όλο τον κόσμο, ο Βόσπορος,  έρχονται σε

αντίθεση με τους  Τούρκους στρατιώτες που κινούνται στους εξωτερικούς χώρους του παλατιού και υποσυνείδητα σου διακόπτουν την τουριστική σου χαλαρότητα. Σε συνδυασμό δε, με τις σημαίες που ανεμίζουν παντού, νιώθεις την καρδιά σου να σφίγγει για έναν τόπο που δεν έχει ίχνος ελληνισμού. Να πω την αλήθεια, περίμενα να αφουγκραστώ το ελληνικό στοιχείο, έστω και με μεγάλη προσπάθεια, αλλά δυστυχώς, έχουν καταφέρει να το κρύψουν καλά. Μόνο μια σημαία του Ελληνικού Προξενείου στο «Πέρα», έκανε το χαμόγελο να σκάσει στα χείλη μου. Κι ας μη δηλώνω ποτέ υπερήφανη που είμαι Ελληνίδα…εκεί τα πράγματα ήταν αλλιώς!

Φεύγοντας από το Τοπ Καπί, και αφού περιπλανηθήκαμε λιγάκι στους δρόμους που τις καθημερινές γίνεται το παζάρι, αράξαμε σε τοπικό μαγαζάκι δίπλα στο Τζαμί Σουλειμανιγιέ (το μεγαλύτερο τζαμί της Πόλης), και απολαύσαμε καφεδάκι και φρεσκοστημένο χυμό από Ρόδι με παραδοσιακό κουλούρι (σαν της Θεσσαλονίκης δεν ήταν). Ο χυμός από Ρόδι, όπως και ο χυμός από πορτοκάλι, είναι ευρέως διαδεδομένοι στην Κωνσταντινούπολη και παντού μπορείτε να τους απολαύσετε με 5 λίρες.

Μετά και από αυτό το διαλειμματάκι, ξεκινήσαμε για μια βόλτα στο Βόσπορο. Φτάσαμε στο Eminonu και από παντού ηχούσαν στα αυτιά μας «Βόσπορους Βόσπορους«…κράχτες που προσπαθούν να περισυλλέξουν όσο το δυνατόν περισσότερους ενδιαφερόμενους για μία βόλτα στον Κεράτιο κόλπο. Σταθήκαμε τυχεροί, γιατί πετύχαμε ένα υπέροχο καράβι που κάνει δίωρη κρουαζιέρα μία φορά μόνο την ημέρα στις 2:30 το μεσημέρι, με 10 λίρες, σε αντίθεση με τα μη οργανωμένα πλοιαράκια (στα οποία και προσπαθούν να σε στριμώξουν οι κράχτες), που με τα ίδια χρήματα σε μία ώρα σε έχουν κιόλας γυρίσει πίσω. (Λεπτομερειες για τη μίνι κρουαζιέρα σε επόμενο ποστ).

Αφού επιστρέψαμε με υπέροχες εικόνες και ανεβασμένη διάθεση, ξεκινήσαμε για μία βόλτα στη μεγάλη οδό, την Πέρα. Περπατώντας, φτάσαμε στο Φανάρι και από εκεί ανηφορίσαμε για τη μεγάλη οδό (που είναι πολύ της μόδας …όπως έλεγε κι η αγαπημένη Λωξάντρα). Κάποτε φιλοξενούσε όλα τα προξενεία…σήμερα, αν και στο Ασιατικό κομμάτι της Κωνσταντινούπολης, είναι ένας απόλυτα εξευρωπαϊσμένος δρόμος που σε αντίθεση με την Sultanahmet, την περπατάνε εκτός από τους τουρίστες και οι σύγχρονοι νέοι, μια που είναι ιδανικός τόπος για διασκέδαση… Στο Πέρα (ή Istiklal όπως την ονομάζουν πλέον οι Τούρκοι) μπορείς να βρεις όλες τις ευρωπαϊκές μάρκες που συναντάς σε οποιαδήποτε πόλη του εξωτερικού. Πραγματικά ένας άλλος τόπος.

Μετά από μία βόλτα κατά μήκος της Οδού, βρίσκουμε την είσοδο για την αγορά των λουλουδιών και την αγορά των ψαριών (Cicek Pasaji), όπου κάτσαμε να φάμε. Επιλέξαμε πίτα με κοκορέτσι, νοστιμιά που πρέπει να τη γευτείτε αν πάτε Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια, τραβήξαμε προς την πλατεία Ταξίμ, μία από τις κεντρικότερες περιοχές της Πόλης και επιστρέφοντας ξανακάναμε μία βόλτα στην Ιστικλάλ (Πέρα).

‘Όμορφο στοιχείο, το παλιό κόκκινο τραμ που κάνει μία μικρή διαδρομή 3 στάσεων. Σε ταξιδεύει σε άλλες εποχές, που γνωρίζουμε από περιγραφές των γονιών ή των παππούδων μας, ή έχουμε δει σε ταινίες…πόσο μάλλον όταν νεαρά αγόρια, σκαρφαλώνουν στο πίσω μέρος του και ποζάρουν όλο χαμόγελα, συνηθισμένοι από τις αντιδράσεις των τουριστών.

Η ώρα έχει περάσει και ο πεζόδρομος έχει χαλαρώσει τόσο ώστε να είναι ευκολότερο να τον περπατήσεις. Φεύγοντας, περάσαμε μία βόλτα από τον επιβλητικό πύργο του Γαλατά και κατηφορίσαμε, χαζεύοντας τα γκράφιτι που «στόλιζαν» τα κατεβασμένα ρολά των καταστημάτων (σχετικά θα αναφερθώ σε επόμενο ποστ). Πήραμε το τραμ από το Kabatas και φτασαμε στη γειτονια μας, αναζητώντας ένα μέρος να χαλαρώσουμε. Επιλέξαμε ένα bar restaurant που μας είχε κανει εντύπωση από το πρωί και ήταν και δυο βήματα από το ξενοδοχείο μας. Τα πιάτα του υπέροχα (όχι παραδοσιακά) και η μουσική του ιδανική για να χαλαρώσεις και να σχολιάσεις όσα έκανες όλη την ημέρα, που ομολογουμένως ήταν γεμάτη!

Η επόμενη μέρα (Δευτέρα) μας βρήκε ξύπνιους από νωρίς, μια που έπρεπε να προλάβουμε να δούμε την Αγιά Σοφιά και το Αιγυπτιακό παζάρι, πριν πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Η αλήθεια βέβαια, είναι πως ο λόγος που ξυπνήσαμε από τις 6 π.μ. ήταν άλλος… Αμανές! Αμανές μακρόσυρτος, μελωδικός, δυνατός, τόσο που όσο βαθιά κι αν κοιμάσαι, αποκλείεται να μην τον ακούσεις. Δεν θυμάμαι αν μου άρεσε αυτό που ζούσα εκείνη τη στιγμή, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, ομολογώ πως ήταν μοναδική εμπειρία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής μας στην Πόλη, πολλές ήταν οι φορές που ο Μουεζίνης με τη δυνατή φωνή του -και τη βοήθεια των μεγαφώνων φυσικά που δεν σε άφηναν να γλιτώσεις από το στερεοφωνικό τους ήχο- διαλαλούσε  «Αλλά ου άκμπαρ«,καλώντας τους πιστούς να προσευχηθούν, μα αυτός ο Δευτεριάτικος πρωινός αμανές, ήταν διαφορετικός…

Μετά το πρωινό μας λοιπόν και πριν το ρολόι δείξει 9, είχαμε φτάσει έξω από την πύλη της Αγιάς-Σοφιάς, όπου υπήρχαν μόνο 5-6 άτομα…χαρήκαμε που προλάβαμε την πολυκοσμία, αλλά τη χαρά μας διέκοψε απότομα ο τύπος που διαφήμιζε τις βόλτες με το τουριστικό διώροφο λεωφορείο (city view), αφού μας ενημέρωσε πως τις Δευτέρες το Μουσείο είναι κλειστό! Μας έδειξε και την ταμπέλα που το λέει, κάτι που φυσικά δεν είχαμε προσέξει την προηγούμενη μέρα μέσα στην κοσμοσυρροή διαδηλωτών και τουριστών. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ένιωσα τόσο άσχημα, που έψαχνα μανιωδώς το «κάθε εμπόδιο για καλό» που συνηθίζει με συντροφεύει πάντα όταν συναντώ εμπόδια.  Θα ξανάρθω ίσως κάποια στιγμή, σκέφτηκα, μάζεψα τα κομμένα μου φτερά από το πάτωμα και κατευθυνθήκαμε προς την Αιγυπτιακή Αγορά των μπαχαρικών.

Η αγορά βρίσκεται πίσω από το Γενί Τζαμί και η αλήθεια είναι πως αν έχεις περπατήσει τις αγορές της Θεσσαλονίκης δεν θα νιώσεις κάποιο ιδιαίτερο δέος για την ποικιλία των εδεσμάτων που σου προσφέρει. Τα μπαχαρικά είναι όμορφα τοποθετημένα, οι μυρωδιές συγκεκριμένες και όχι ιδιαίτερα έντονες, οι φωνές σε διάφορες γλώσσες για την προσέλκυση των τουριστών, και δεν υπάρχει η άνεση να χαζέψεις, να επιλέξεις με την ησυχία σου χωρίς την πιεστική βοήθεια των κοινωνικότατων πωλητών.

Τέλος πάντων, επέλεξα το πιο ήσυχο κατάστημα, διάλεξα -με τη βοήθεια πάντα του πωλητή- τα τσαγάκια μου και τα μπαχαρικά μου, μας κέρασαν και υπέροχο αρωματικό τσάι και λουκουμάκια και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το check out.

O χρόνος μας στην Πόλη των πόλεων έφτανε στο τέλος του και μετά το φαγητό κάναμε μία βόλτα στην κεντρική πλατεία της Sultanahmet ρουφώντας, για τελευταία φορά, τις εικόνες των τζαμιών, των ανθρώπων, του γαλάζιου ουρανού, των μαθητών που μόλις είχαν σχολάσει, των μικροπωλητών με τα καροτσάκια όπου ψήνουν κάστανα και καλαμπόκια, και της αρχόντισσας που δεν μας έκανε τη χάρη να δούμε τα εσώψυχά της!

Montmartre…το δικό μου Παρίσι!

Τον Ιανουάριο που μας πέρασε, βρέθηκα με τον καλό μου στο Παρίσι, για επαγγελματικούς λόγους.

Επιλέξαμε  να μείνουμε  στη Μονμάρτη, μακριά από την απόλυτη «τουριστρίλα» του κέντρου  και ανάμεσα στους καλλιτέχνες, τις μπουάτ, και τις γκαλερί… ένα άλλο είδος «τουριστρίλας»-δε λέω- που θεωρώ πως μου ταιριάζει σαφώς καλύτερα. Εδώ που τα λέμε, εν περίοδο εκθέσεων, είναι πολύ δύσκολο να βρεις ξενοδοχείο της προκοπής στο Παρίσι, χωρίς να πληρώσεις μία περιουσία… όχι ότι και εκτός περιόδου εκθέσεων είναι  εύκολο  να πληρώσεις κάτι και να υπάρχει αυτό που λέμε “value for money”.

Για αυτούς λοιπόν τους λόγους, η ιδέα της Μονμάρτης μου άρεσε πάρα πολύ… Είναι άλλωστε και το μόνο σημείο του Παρισιού όπου νιώθω άνετα. Δε λέω, όμορφη πόλη το Παρίσι,  με εξαιρετικά αξιοθέατα, όμορφες γειτονιές, αλλά η καθημερινότητα των
Παριζιάνων, πολύ Αθηναϊκή ρε παιδάκι μου… με τα κορναρίσματά τους, με τις βρωμιές στα πεζοδρόμια, με τους περισσότερους οδηγούς να μην γνωρίζουν τι σημαίνει διάβαση πεζών, άλλους πάλι σε πολύ κεντρικό δρόμο να πηγαίνουν ανάποδα, η τέλεια Αθηναϊκή εικόνα …

Συγγνώμη, δεν θα πάρω… χρειάζομαι μία αλλαγή. Μία αλλαγή πολιτισμού, μία αλλαγή κουλτούρας. Και ναι λοιπόν, αυτή την αλλαγή τη βρήκα στη Μονμάρτη.

Το ξενοδοχείο ικανοποιητικότατο, καθαρό, η εξυπηρέτηση αρκετά καλή, δεν γνώριζαν για τη διεθνή έκθεση (πολύ καλό ώστε να μην ανεβάσουν τις τιμές όπως τα κεντρικότερα ξενοδοχεία) και μέσα στην πλατεία  Abbeses της Μονμάρτης, δίπλα στο μετρό. 2 βήματα από τη Sacre Coeur & την Place de tertre, ό,τι πρέπει δηλαδή για όποιον δεν έχει χρόνο για βόλτες στη διάθεσή του, αλλά θέλει να ξεσκάσει μετά την επιστροφή του από δουλειά .

Το κερασάκι στην τούρτα ήταν πως δίπλα στο ξενοδοχείο, βρισκόταν ο κήπος του Jehan Rictus, όπου ο τοίχος των «Σ’αγαπώ» (Le mur des Je t’aime), εμπνευσμένος από τον καλλιτέχνη Frederic Baron, είναι σημείο αναφοράς για ερωτευμένους και τουρίστες… Το Σ’αγαπώ, γραμμένο σε 311 διαφορετικές γλώσσες πάνω σε μπλε κεραμικό, είναι μία πραγματικά όμορφη εικόνα… πόσο μάλλον, όταν ξεκινάς και τελειώνεις τη μέρα σου με αυτήν!

Η έκπληξη της διαμονής μας εκεί, ήταν πως και τις 3 μέρες που μείναμε, υπήρχε η γιορτή των κοχυλιών και των θαλασσινών. Στην πλατεία Abbesses που βρισκόταν το ξενοδοχείο μας, έστησαν κιόσκια, με τοπικά προϊόντα από την περιοχή Saint Jacques, κατεξοχήν ψαρότοπο. Τα όστρακα κάθε τύπου, περίεργες ψαρόσουπες (ό,τι έπρεπε για το κρύο), συνοδευόμενα από σαμπάνιες και ζεστό κρασί, αλλά ακόμη και χειροποίητα ζαχαρωτά, έδιναν ένα διαφορετικό, ένα πιο γιορτινό τόνο στην περιοχή. Πόσο μάλλον αφού τα διάφορα συγκροτήματα τραγουδούσαν και χόρευαν τους τοπικούς χορούς.

Χειροποίητα γλυφιτζούρια από τη γιορτή του Saint Jacques

Λίγο πιο πάνω, γιόρταζε ο Άγιος Βικέντιος, προστάτης των οινοπαραγωγών. Η οινοποσία στο μεγαλείο της!

Δυστυχώς το αγαπημένο μου εστιατόριο “Le trobadour”, κρυμμένο στους πρόποδες του λόφου, ήταν κλειστό. Eλπίζω  να μην έκλεισε οριστικά και να ξανανοίξει σύντομα… αν και το είδα ιδιαίτερα παραμελημένο, κάτι που με στεναχώρησε ιδιαίτερα.

Σε αντικατάστασή του, φάγαμε στο «Le vrai Paris», ένα γουστόζικο μπιστρό που θες δε θες, γνωρίζεις κόσμο, μια που οι θέσεις και τα τραπέζια είναι τόσο κοντά που αντιλήφθηκα πόσο καλό είναι να μιλάς ελληνικά και να μην σε καταλαβαίνουν…σε άλλη περίπτωση, θα ακούγαμε και την άποψη των διπλανών μας για τα θέματα συζήτησης που είχαμε ανοίξει… Το σερβις από τα ατού του μαγαζιού.

Εκτός από το Le vrai Paris, τιμήσαμε δεόντως και ένα αυθεντικό Ιταλικό εστιατόριο-ταβέρνα που το ταμπεραμέντο του ιδιοκτήτη και οι υπέροχες ιταλικές σπεσιαλιτέ της συζύγου του Ρόζας ,  μας έκαναν να το βάλουμε στη λίστα με τις προτιμήσεις μας για την επόμενη φορά. Και η διακόσμηση συμπαθητική με τοιχογραφίες, σε μία εκ των οποίων, φιγουράρει η κυρά-Ρόζα εν ώρα εργασίας. Από τη στιγμή μάλιστα που η κουβέντα μας έγινε στα Ιταλικά, ο ιδιοκτήτης  μας συμπάθησε ακόμη περισσότερο. Κι εγώ δεν θα το κρύψω, αλλά ψήλωσα 10 πόντους μόλις μετά τον αρχικό μικρό μας διάλογο, με ρώτησε αν είμαι Ιταλίδα… μπαμπά ακούς? Έπιασαν τόπο τα φροντιστήρια…

Να μην ξεχάσω να σας αναφέρω την μπαγκέτα που φάγαμε… βραβευμένη παρακαλώ! Ο φούρνος  Le Grenier à Pain βραβεύθηκε το 2010 με το Grand Prix de la Baguette de la Ville de Paris. Η ωραιότερη εικόνα του πρωινού ήταν οι Παριζιάνοι και οι Παριζιάνες που κρατούσαν τη μπαγκέτα στο χέρι… έτσι ολόκληρη, όχι όπως εδώ που τις κόβουν στη μέση για να χωρέσουν στη σακούλα… ολόκληρη μπαγκέτα με απλά μία λεπτή λαδόκολλα  με τη φίρμα του φούρνου, περίτεχνα διπλωμένη στη μέση της μπαγκέτας. Αν βρεθείτε στο Παρίσι, θυμηθείτε να την δοκιμάσετε: Le Grenier à Pain (Djibril Bodian)
38 rue des Abbesses, 75018

http://www.legrenierapain.com

Φυσικά και σε αυτή την επίσκεψή μου στο Παρίσι, δεν θα μπορούσα να παραλείψω το πέρασμά μου από το μουσείο του αγαπημένου μου Salvador Dali, έτσι απλά σαν φόρο τιμής!

ESPACE DALí
11, rue Poulbot
75018 Paris

Σίγουρα και την επόμενη φορά θα προτιμήσω τη Μονμάρτη για τη  διαμονή μου!

 

Το τρίπτυχο της κομψότητας σε μία βαλίτσα!

Τι συμβαίνει όταν μία από τις καλύτερες εταιρίες κατασκευής βαλιτσών, συνεργάζεται με μία από τις πιο εκλεπτυσμένες εταιρίες ανδρικής μόδας της Μ. Βρετανίας και εμπνέονται από το πλέον στυλάτο αυτοκίνητο?

Μα φυσικά μία βαλίτσα που συνδυάζει την ποιότητα της Globe Trotter, την κομψότητα της Hackett και το δυναμισμό της Aston Martin.

Και για του λόγου το αληθές, μερικές εικόνες θα σας πείσουν!

Θέλω Λονδίνο, ΤΩΡΑ!!!!!!!