Χωρίς τίτλο #1

Η έμπνευση και ο ειρμός είναι κάτι που έρχεται έτσι ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις. Κι ενώ κάθομαι και πίνω στη βεραντούλα μου τον απογευματινό μου καφέ, λέω δεν παίρνω και το λάπτοπ να ακούσω μουσική; Να όμως που πριν προλάβω να βάλω στο youtube την τζαζ που προτιμώ τέτοιες στιγμές,περνά ο ακορντεονίστας  και μου φτιάχνει τη διάθεση με το tango από το άρωμα γυναίκας που τόσο αγαπώ.
Τα μπουμπουνητά και οι αστραπές δίνουν τον δικό τους τόνο στον μαγικό ήχο του ακορντεόν και πριν αρχίσει να βρέχει η μελωδία του απομακρύνεται. Προστατευμένη στη σκεπαστή μου βεραντούλα, παρατηρώ τους γείτονες να κλείνουν βιαστικά τα παράθυρά τους με την έναρξη της μπόρας. Κοιτώ τις μικρές μου που ακόμη κοιμούνται στο κρεββατι μου -αν και είναι ήδη 7 το απόγευμα- και νιώθω μία ευφορία που έτσι απλά ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Και ξεκινώ να γράφω. Κι έχω ετοιμάσει ήδη 2 αναρτήσεις και συνεχίζω. Ένα μικρό σπρώξιμο θέλουμε όλοι μας για να προχωρήσουμε, να ξαναρχίσουμε, να δημιουργήσουμε.
Κι όπως ο κύριος με το ακορντεόν έφτιαξε τη δική μου διάθεση, έτσι φαίνεται πως έφτιαξα κι εγώ με τη τζαζ μου, τη διάθεση ενός ζευγαριού που προχωρώντας αγκαζέ, κάτω από μία ομπρέλα, τους άκουσα να αναρωτιούνται από που ακούγεται αυτή η ωραία μουσική. Και εγώ κρυμμένη πίσω από τις καλαμωτές μου, χαμογέλασα και συνέχισα να γράφω ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους θησαυρούς μου, μέσα από το τζάμι.
inspiration

Μια βόλτα στην Αθήνα (με τη μαμά μου)

Η Τετάρτη που μας πέρασε, ήταν αφιερωμένη στη μαμά μου. Καιρό τώρα ήθελα να πάμε οι δυο μας μια βόλτα στην Αθήνα και να που βρήκαμε την ευκαιρία.

Έκανα κοπάνα από το γραφείο, βρεθήκαμε στο μετρό και κατεβήκαμε στην Ακρόπολη. Ξεκινήσαμε τη βόλτα μας στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου κι ενώ εγώ ακολουθούσα την πορεία που κάνω πάντα όταν πηγαίνω βόλτα κάτω από την Ακρόπολη, τα σχέδια άλλαξαν, όταν ακούω τη μαμά μου να μου λέει: » Να, από εδώ βγάζει στην παλιά μου γειτονιά» . Χωνόμαστε λοιπόν στο  ανηφορικό στενάκι δεξιά της Ακρόπολης και οι ιστορίες ξεκινούν…ιστορίες των παιδικών της χρόνων, που κάποιες από αυτές τις έχω ξανακούσει, αλλά ποτέ δεν βαριέμαι να τις ακούω. Έμαθα για τη φίλη της που είχε μπαμπά τον φύλακα του αρχαιολογικού και τις άφηνε να παίζουν ανάμεσα στα αρχαία, για τις μαρμάρινες γούρνες στα λουτρά των Αέρηδων όπου έκαναν οι φιλενάδες πως πλένουν τα ρούχα τους σαν καλές νοικοκυρές και για τους μαρμάρινους θρόνους όπου κάθονταν και στέφονταν βασίλισσες, με τη σειρά. Α, μου είπε και για το βράχο εκείνον της Ακρόπολης, όπου έκαναν τσουλήθρα και γύριζαν σπίτι με σκισμένα ρούχα…Αφού περάσαμε και από το παρκάκι όπου κάποτε βρισκόταν το σπίτι της και χαζέψαμε την γηραιά ακακία που βρισκόταν μπροστά στο σπίτι της, ανηφορίσαμε προς τα Αναφιώτικα.

Μου έκαναν εντύπωση οι τουριστικές αφίσες με το νησί της Ανάφης και αναρωτήθηκα για αυτές. Ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό πως το προσωνύμιο Αναφιώτικα έχει δοθεί προς τιμήν της Ανάφης. Μου το επιβεβαίωσε η μαμά μου, που με ενημέρωσε πως από εκεί προέρχονταν οι κάτοικοι αυτής της γειτονιάς. Ίσως γι’ αυτό να θυμίζει και τόσο πολύ νησάκι. Εκεί συναντήσαμε κι ένα ζευγάρι Γάλλων που εκστασιασμένοι έβγαζαν φωτογραφίες ανάμεσα στα λουλούδια που διέκοπταν που και που την πορεία του ήδη στενού σοκακιού. Περιμέναμε υπομονετικά να τελειώσουν τη φωτογράφισή τους για να συνεχίσουμε τη διαδρομή μας και προς έκπληξή μου άκουσα την νεαρή Γαλλίδα να προσπαθεί ενθουσιασμένη να θυμηθεί το όνομα από το γεράνι που είχε μπροστά της και να αναρωτιέται αν πρόκειται πραγματικά για γεράνι (geranium). Τόσος ενθουσιασμός για ένα γεράνι, με έκανε να δω διαφορετικά το εύκολο αυτό άνθος.

Εντωμεταξύ, έχοντας τον καλύτερο ξεναγό που θα μπορούσε να έχει κανείς στην Πλάκα (τη μαμά μου), έμαθα για το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Συμεών πιο κάτω, έμαθα που έμενε ο τάδε συμμαθητής της και η δείνα φίλη της, που κρύβονταν όταν έπαιζαν κρυφτό και ποιοι τραγουδούσαν στην ταβερνούλα που μεταμορφώθηκε σε νηπιαγωγείο.

Συνεχίζοντας το δρόμο μας, καταλήξαμε  στου Ψυρρή για ελληνικό καφεδάκι με λουκουμάκι και κουτσομπολιά,στα «Σερμπέτια του Ψυρρή«, αγαπημένο στέκι που σας προτείνω να το επισκεφθείτε και να δοκιμάσετε τα υπέροχα σπιτικά του γλυκά.

Στο τέλος της ημέρας, βρέθηκα να φέρνω στο νου μου σκηνικά όπως την ομάδα των τουριστών που κοίταζαν με δέος τα αρχαία της Ακρόπολης, την παρέα των νεαρών Πορτογάλων και τα επιφωνήματά τους μόλις αντίκρισαν τον Παρθενώνα, το  ζευγάρι των Γάλλων με τα γεράνια, τον ήλιο, την οικειότητα της ιδιοκτήτριας του καφενείου, τη λατέρνα που έχει πρωταγωνιστήσει στο «λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» λίγο πιο κάτω, κι αναρωτιέμαι: Αλήθεια, αξίζει στη χώρα μας αυτό που της συμβαίνει;

Πόσο διήρκεσε το 5-HTTLPR* μου;

Πέρασαν κιόλας 3 χρόνια από τότε που αναφέρθηκα στο 5-HTTLPR* εδώ και τότε δεν φανταζόμουν  ούτε κατά διάνοια πως το δικό μου γονίδιο της αισιοδοξίας θα είχε ημερομηνία λήξεως. Δεν φανταζόμουν καν, ότι θα ξυπνάω το πρωί και δεν θα έχω να κάνω τίποτα απολύτως. Ότι θα μου έκοβαν τα όνειρα, θα μου αφαιρούσαν την αυτοπεποίθηση του καλού και άξιου επαγγελματία σπιθαμή προς σπιθαμή από όλο μου τον ψυχισμό, ότι θα με ανάγκαζαν να ξεχάσω τον χαρακτηρισμό της φιλόδοξης, ότι με λίγα λόγια θα μου έκλεβαν το μέλλον μου…όχι,δεν το φανταζόμουν!

Όπως δεν φανταζόμουν πως θα ευχόμουν να αφήσω πίσω μου αυτή τη χώρα, χωρίς ίχνος νοσταλγίας, χωρίς «ναι μεν, αλλά…», χωρίς σχέδιο επιστροφής.

Ουφ, τα είπα και ξεθύμανα…λίγο.